'νῆν

ἀ̱νῆν , ἀνέω
pres inf act (epic doric)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • νῆν — νάω flow pres inf act (doric ionic) νέω swim pres inf act (epic doric) νέω 1 swim pres inf act (epic doric) νέω 2 spin pres inf act (epic doric) νέω 3 heap pres inf act (epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κλίνην — κλί̱νην , κλίνη that on which one lies fem acc sg (attic epic ionic) κλί̱νην , κλίνω sráyati pres inf act (doric aeolic) κλί̆νην , κλίνω sráyati aor ind pass 3rd pl (epic doric aeolic) κλί̆νην , κλίνω sráyati aor ind pass 1st sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥίνην — ῥί̱νην , ῥίνη file fem acc sg (attic epic ionic) ῥί̱νην , ῥῖνα fem acc sg (attic epic ionic) ῥί̱νην , ῥινάω lead by the nose imperf ind act 3rd pl (epic doric aeolic) ῥί̱νην , ῥινάω lead by the nose imperf ind act 1st sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κρίνην — κρίνον white lily neut acc sg κρί̱νην , κρίνω separate pres inf act (doric aeolic) κρί̆νην , κρίνω separate aor ind pass 3rd pl (epic doric aeolic) κρί̆νην , κρίνω separate aor ind pass 1st sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νηνί — και νινί (Μ νην[ν]ίον και νιν[ν]ίον) 1. νεογέννητο ανθρώπου, μωρό, βρέφος 2. ομοίωμα νεογέννητου, κούκλα νεοελλ. 1. είδωλο που σχηματίζεται στην κόρη τού οφθαλμού 2. (κατ επέκτ.) η κόρη τού οφθαλμού 3. (ιδιωμ.) μεταξοσκώληκας. [ΕΤΥΜΟΛ. < μσν.… …   Dictionary of Greek

  • αἰσχύνην — αἰσχύ̱νην , αἰσχύνη shame fem acc sg (attic epic ionic) αἰσχύ̱νην , αἰσχύνω make ugly pres inf act (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐθύνην — εὐθύ̱νην , εὔθυνα setting straight fem acc sg (attic epic ionic prose) εὐθύ̱νην , εὐθύνω guide straight pres inf act (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μετίνην — μετί̱νην , μετά ἰνάω carry off by evacuations imperf ind act 3rd pl (epic doric aeolic) μετί̱νην , μετά ἰνάω carry off by evacuations imperf ind act 1st sg μετά ἰνάω carry off by evacuations imperf ind act 3rd pl (epic doric aeolic) μετά ἰνάω… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ταραντίνην — Ταραντί̱νην , Ταράντινος fem acc sg (attic epic ionic) Ταραντί̱νην , Ταραντῖνος a Tarentine fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τορύνην — τορύ̱νην , τορύνη stirrer fem acc sg (attic epic ionic) τορύ̱νην , τορύνω stir up pres inf act (doric aeolic) τορυνάω imperf ind act 3rd pl (epic doric aeolic) τορυνάω imperf ind act 1st sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.